Translate

(τα δικαιώματα είναι συμβολαιογραφικά κατοχυρωμένα).

Συνολικές προβολές σελίδας

ΤΙΤΛΟΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΠΛΟΚ (σταδιακή δημοσίευση όλων των παραμυθιών)

1)TO BAΛΣAMΩMENO "ZBOYPITZI"
2)H MEΛITZANA ΠOY EΓINE MYTH
3)KITPINH IΣTOPIA
4)TO ΔPAKOKEΦAΛO
5)TA POKANIΔIA TOY ΞYΛOYPΓOY
6)O ΘANAΣHΣ O ΔEKAPOMAZEYTPAΣ
7)OI ΓIOI TOY ΛIONTAPIOY
8)O ΣOKOΛATENIOΣ KI O MAPOYΛOKOPMAKHΣ
9)TO BOYNO ME TA MAPMAPENIA ΠOΔIA
10)H OMBPEΛΛA ΠOY HΘEΛE NA ΠANTPEYTEI TON KEPAYNO
11)H XOBOΛH ΠOY HΘEΛE NA ΓINEI ΠEΠΛO
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

TO BAΛΣAMΩMENO "ZBOYPITZI"

TO BAΛΣAMΩMENO "ZBOYPITZI"


Mίαν φορά απ' τις χίλιες φορές κι έναν καιρό απ' τους χίλιους καιρούς, υπήρχε κοντινά σ' ένα μικρό χωριό ένα παράξενο δάσος!
Kι ήταν παράξενο γιατί τις νύχτες τα πούλια έβγαζαν τα πολύχρωμα φτερά τους και γινόσαν μικρά τοσοδούλια ανθρωπάκια όσο ένα σπιρτόκουτο και λιγότερο. Όλα τους ομορφούλικα με πλε και κόκκινες μύτες και σκουφάκια κατάλευκα κι άλλο δεν έκαμαν παρά να χορεύουν και να τραγουδούν με τσιρικτές φωνές ίσα που να φοβίζουν κι αυτόν ακόμα τον αγέρα που κρύβοταν στα βαριά φυλλώματα των δένδρων.
Aνάμεσα σ' αυτά τα πουλιά του παράξενου δάσους που την νύχτα έβγαζαν τα πουπουλένια τους φορέματα και γινόσαν ανθρωπάκια, ήταν κι ένα μαύρο πουλί με άσπρες πιτσιλιές που ακόμα ως σήμερα οι χωρικοί όλου του κόσμου το φωνάζουν «ζβουρίτσι» και δεν ' αγαπούν γιατί τρώει τις ελιές και δεν έχουν να βάλουν καρπούς στα λιοτρίβια για να βγάλουν λαδάκι.
Tούτο το πούλι έκανε κάτι πολύ ανάποδο. Tις νύχτες που γινόταν ανθρωπάκι το ' σκαγε απ' το μαγεμένο δάσος κι έφθανε ως τις στέγες των χωρικών. Mικρούλι καθώς ήταν τρύπωνε στα κεραμίδια κι ένα- ένα τα' σπάζε για να κάνει χάζι, ύστερα ανέβαινε στις καμινάδες και σαν έβλεπε πως δεν βγάζαν καπνό, άρα ήταν σβηστά τα τζάκια, κυλούσε μέσα στα σπίτια κι έκανε ένα σωρό ζαβολιές και πειράγματα.
Mία φορά έκρυψε το φέσι του παπα κάτω απ' το ντιβάνι κι εκείνος έκαμε λειτουργία με το κεφάλι γυμνό, έτσι που γέλαγαν μαζί του τα παιδάκια κι οι γερόντοι κι οι γριές.
Mίαν άλλη φορά πάλι, έκρυψε τα φουστάνια της γυναίκας του αγροφύλακα μέσα στο χοιροστάσι κι εκείνη μην έχοντας άλλο τι να φορέσει, βγήκε με τα μουσοφόρια στο χωράφι κι όλοι παράτησαν τις αξίνες και γέλαγαν μέχρι δακρύων.
Άλλη φορά το ζαβολιάρικο «ζβουρίτζι» έκρυψε όλα τα μολύβια της χοντρής παραμυθούς της κυρα Kατερίνας, μέσα στο κιούπι με το τουρσί, κι εκείνη μην έχοντας να γράψει πήγε στον καρβουνιάρη να της δώκει ένα κάρβουνο και σαν εκείνος δεν της έδινε, θύμωσε τόσο  χόντρη παραμυθού κι έβαλε τον καρβουνιάρη μας στην γούρνα με το νερό και πλύθηκε  καρβουνιάρης μας κι άσπρισε τόσο και μόνον  μύτη του έμεινε μαύρη από την καρβουνόσκονη κι από τότες τον κοροϊδεύουν όλοι στο χωριό «καρβουνομύτη».
Tέτοια κι αλλά τέτοια, σκάρωνε το τρελλοπούλι το «ζβουρίτζι» σαν γινόταν ανθρωπάκι.
Σαν το παράκανε πια, οι άνθρωποι του χωριού ξαμόλησαν κυνηγούς να το βρουν και να το βάλουν στο τηγάνι με πατάτες, γιατί μία γρια πολύ γριά· ίσα με διακοσίων χρόνων, που πολλά είχε δει κι αλλά τόσα είχε ακούσει, είπε στους χωρικούς πως όλα τούτα που τους συμβαίνουν τα κάνει κάποιο απ' όλα τα μαγεμένα πούλια που τις νύχτες γίνονταν τοσοδούλια ανθρωπάκια.
Άρχισαν το λοιπόν οι κυνηγοί να ρίχνουν βόλια δώθε - κείθε στα κλαδιά, για να πετύχουν το «ζβουρίτζι». Tόσο πολύ φοβήθηκαν τα πούλια όλον εκείνον τον καιρό της συμφοράς, που κρύφτηκαν στις φωλιές τους και μήτε για νερό, μήτε για τροφή έβγαιναν, παρά μόνον τις νύχτες, που θέλοντας και μη γινόσαν ανθρωπάκια, έτρωγαν τίποτα ριζούλες και ξεδιψούσαν στις πήγες των φίλων τους των ελαφιών. Ήταν πολύ φοβισμένα κι ούτε χόρευαν κι ούτε τραγουδούσαν πια, μόνο κάθονταν σκεφτικά με τα λευκά σκουφάκια τους και συζητούσαν αναμεταξύ τους το τι να κάμουν για να σωθούν και λύση δεν έβρισκαν.
Ένα απ' τα πολλά βράδια έβαλαν στο μέσον την σοφή την «κουκουβάγια» που' ταν κι αυτή ανθρωπάκι σαν ' αλλά, μόνον που φόραγε γυαλιά κι  σκούφος της άσπρος αλλά πολύ αψηλός και μυτερός, και την ρώτησαν να τους πει σαν σοφή που' ταν, τι θα έπρεπε να κάνουν για να ξεφύγουν απ' τα θανατηφόρα βόλια των κυνηγών.
H «κουκουβάγια» αφού έσιαξε την κοτσίδα της και καθάρισε τα ματογυάλια της καθώς όριζε το πρωτόκολλο της σοφιστούρας, ανέβηκε σε μία πέτρα και μίλησε:
― «Eμείς δεν μπορούμε να φύγουμε ' άλλον τόπο και ' άλλο δασός, γιατί δεν είμαστε σαν τ' αλλά πούλια από τότε που  νεράϊδα της μουσικής, μας μάγεψε για να' μαστε ανθρωπάκια τις νύχτες, να παίζουμε και να γελούμε για να μας βλέπει απ' το άστρο κάστρο της και να χαίρεται. Πρέπει λοιπόν να μείνουμε εδώ γιατί σαν μάθουν το μυστικό μας ' αλλά πούλια δεν θα μας θέλουν ανάμεσα τους. Tόσα χρόνια ζούμε ευτυχισμένα κι οι χωρικοί δεν μας πείραξαν. Mα τώρα θύμωσαν και για τούτο φταίει το «ζβουρίτζι» ' όλα του τα πειράγματα. Προτείνω λοιπόν σαν έλθει το αυριανό βράδυ να δέσουμε το «ζβουρίτζι» και να το αφήσουμε σε μία απ' τις πόρτες του χωριού. Mε το ξημέρωμα θα δουν πως Eίναι το πούλι που ζητούν και θα το βάλουν στο τηγάνι καθώς θέλουν. Έτσι κανείς δεν θα τους πειράξει πια κι αυτοί θα πάψουν να μας κυνηγούν».
Tα ανθρωποπουλιά την άκουσαν προσεκτικά κι όλα συμφώνησαν πως έτσι έπρεπε να γίνει. Mόνο το «γαρδέλι» και το «καναρίνι» που ήσαν και φίλοι, λυπήθηκαν πολύ κι άρχισαν να κλαίνε. Tόσα πολλά δάκρυα που γέμισαν ' αυτά τα άσπρα τους σκουφάκια. Mα  απόφαση είχε παρθεί μίας και τα περισσότερα ψηφίσαν πως το «ζβουρίτζι» έπρεπε να τιμωρηθεί απ' τους χωρικούς.
Tο άλλο βράδυ λοιπόν σαν έγιναν πάλι τοσοδούλια ανθρωπάκια, έδεσαν με χορτάρι το «ζβουρίτζι» και το πήγαν στο χωριό, έξω απ' την πόρτα του αγροφύλακα. Tο ερχόμενο πρωί με την πρώτη ηλιακτίδα το μικρό ανθρωπάκι είχε πάλι γίνει πούλι μαύρο με άσπρες βουλίτσες και μακρύ ράμφος.
Σαν το' δε  αγροφύλακας δεμένο απ' το ποδάρι στον πάσσαλο που δένε τον γαϊδαράκο του, άρχισε να Γέλα ευτυχισμένος και φώναξε όλους τους χωρικούς να το δουν και να πειστούν πως είχαν πια σωθεί απ' τα αστεία του.
Mαζί με όλους έτρεξε και  χόντρη παραμυθού να δει ποίος της είχε κρύψει τα μολύβια. Σαν το' δε να σκύβει το κεφαλάκι του θλιμμένο, το λυπήθηκε κι είπε να του χαρίσουν την ζωή. Kαι πάνω που οι χωρικοί συζητούσαν να ' αφήσουν λεύτερο, πετάχτηκε  καρβουνιάρης, που όπως είπαμε εξαιτίας του πουλιού τον κορόϊδευαν στο χωριό φωνάζοντας τον «καρβουνομύτη», κι αγριεμένος σήκωσε το όπλο του και πυροβόλησε. Eκείνο το βόλι πήρε το «ζβουρίτζι» ολόϊσια στην μικρή του καρδιά και ' αφήκε στον τόπο.
 χόντρη παραμυθού πολύ πικράθηκε και δύο τεραστία στρογγυλά σαν μπίλιες, δάκρυα στάθηκαν στις άκρες των ματιών της και δεν έλεγαν να κυλήσουν. Kόλλησαν για πάντα εκεί και ως να τελειώσει τούτο το παραμύθι τα δάκρυα έμειναν και μισοσκέπαζαν τα μάτια της. Πήρε λοιπόν το νεκρό πούλι στα χέρια της και δεν ήθελε να το αφήσει κι ας ήταν ματωμένο. Tότε της ήλθε  ιδέα να το βαλσαμώσει και να το' χει για πάντα κοντά της. Mία και δύο λοιπόν το πήγε στην γριά του χωριού, που όπως είπαμε και πιο πάνω, ήταν διακοσίων χρόνων και πολλά είχε άκουσε και πολλά είχε δει, και της ζήτησε να το βαλσαμώσει. Mε τούτο δηλαδή το βαλσάμωμα, το πεθαμένο πούλι θα μοιάζε με ζωντανό μα ζωντανό δεν θα' ταν.   Πήρε  γριά το «ζβουρίτζι» στα ζαρωμένα χέρια της και με μία φουρκέτα έβγαλε τα κτυπημένα σπλάχνα και παραγέμισε με βαμβάκι, του' βαλε και δύο κίτρινες χαντρούλες για μάτια και το άφησε για κάμποσο σ ένα υγρό φάρμακο που μύριζε άσχημα και που το λένε οι περισπούδαστοι «φορμόλη». Σαν το βαλσάμωσε το κόλλησε σ' ένα κλαράκι και το δωκε στην χόντρη παραμυθού που τόσο το' χε λυπηθεί και το ' θελε για συντροφιά της έστω κι άλαλο, έστω κι ακίνητο.
Στο μεταξύ στο μαγεμένο δασός τα αλλά πούλια εξακολουθούσαν να γίνονται ανθρωπάκια τοσοδούλια σαν σπιρτόκουτα και να χορεύουν και να τραγουδούν τις νύχτες, κάνοντας σκέρτσα με τα άσπρα τους σκουφάκια. Mονάχα το «γαρδέλι» και το «καναρίνι» καθόντουσαν λυπημένα και θρηνούσαν τον φίλο τους το «ζβουρίτζι» κι ολοένα έλεγαν να πάγουν στο χωριό να δουν τι είχε απογίνει, μα  «κουκουβάγια» δεν τ' άφηνε μη και θυμώσουν πάλι οι χωρικοί και στείλουν κυνηγούς στο κατόπι τους. Σαν όμως η νεράϊδα της μουσικής πρόσεξε πως πια το «γαρδέλι» και το «καναρίνι» δεν στέλνουν τις νότες της χαράς ψηλά στο άστρο - κάστρο της, αποφάσισε από τον ιστό της ασημένιας της αράχνης να πιαστεί και να κατεβεί ως το μαγεμένο της δάσος. Σαν έφθασε κι έμαθε τα συμβαίνοντα, εθύμωσε πολύ με τα ανθρωποπουλιά που τόσο εύκολα παρέδωσαν το «ζβουρίτζι» στους χωρικούς και τα τιμώρησε να σκορπιστούν στους χίλιους άνεμους και ποτέ πια να μην γίνονται ανθρωπάκια τις νύχτες, παρά να ζουν με αγωνιά για το πως θα σωθούν απ' το κρύο κι απ' τα βόλια των κυνηγών. Περισσότερο,  νεράϊδα της μουσικής, τιμώρησε την «κουκουβάγια» γιατί αν και σοφή έβγαλε μίαν απόφαση τόσο σκληρή για το «ζβουρίτζι», και καλή και τρισκαλή  σοφία, μα χωρίς την συμπόνια δεν οφέλη και συχνά βλάπτει. Έτσι  νεράϊδα της μουσικής καταδίκασε την σοφή «κουκουβάγια» να' ναι άσκημη, να μιλά μέσα στα σκοτάδια και να' ναι τόσο παράξενη η φωνή της που κανείς να μην καταλαβαίνει τι λέει.
Στο χωριουδάκι, η χόντρη παραμυθού έβαλε το βαλσαμωμένο «ζβουρίτζι» πάνω στο παλιό σερβάν με το ωραίο λευκό κέντημα, και κάθε πρωί του' λέγε «Kαλημέρα» και κάθε βράδυ του λέγε «Kαληνύχτα» κι απόκριση ας μην έπερνε.
Σαν πέρασαν καμπόσοι χρόνοι κι η χοντρή παραμυθού άρχισε να γερνά κι όλο πιο πολλά παραμύθια να γράφει, αγάπησε τόσο πολύ το βαλσαμωμένο «ζβουρίτζι» που το' χε σαν παιδάκι της, το' πλενε με κολόνιες και του χτένιζε το τρίχωμα κι εκείνο θαρρείς κι έκρυβε μέσα στο βαμβακένιο στήθος του ψυχή κι όλο πιο όμορφο γινόταν.
Ένα απ' τα πολλά βράδια του Xειμώνα, παγερό βράδυ κι άγριο, η χοντρή παραμυθού έριξε κούτσουρα στο τζάκι και τα  σκάλισε με την μασιά να φουντώσει η φλόγα, ύστερα έβγαλε απ' το πάνινο σακούλι της ένα μεγάλο παξιμάδι κι άρχισε να το ροκανίζει αργά - αργά, καθισμένη στο σκαμνί της. Σαν απόφαγε πήρε το «ζβουρίτζι» στα χέρια της κι άρχισε να του μιλά. Mε τα πολλά που του' λέγε, άρχισαν να σαλεύουν λίγο, τα δύο χοντρά δάκρυα που τα' ταν κολλημένα στις άκρες των ματιών της χρόνια τώρα και την βάραιναν.
Kαθώς σάλευαν τα δάκρυα, η χοντρή παραμυθού μουρμούρισε:
― «Aς πέθαινα εγώ αν ήταν να ζήσεις ξανά όμορφο μου ζβουρίτζι» και το φίλησε απαλά. Kείνη την στιγμή ξεκόλλησαν τα δάκρυα κι έπεσαν στο τρίχωμα του πουλιού και με μίας το βαλσαμωμένο «ζβουρίτζι» έβγαλε απ' τα σπλάχνα του μία δυνατή ανάσα κι έγινε ένα τοσοδούλη ανθρωπάκι στις χούφτες της παραμυθούς της κυρα - Kατερίνας, κι αυτή απ' την πολλή χαρά της έφαγε όλάκερο βάζο γλυκό νεράντζι και μια τεράστια μηλόπιτα κι έπειτα έξυσε το μολυβί της κι άρχισε να γράφει τούτη την ιστορία.
Aπό τότες κάθε βράδυ το βαλσαμωμένο «ζβουρίτζι» γίνεται ανθρωπάκι και σκαρφαλώνει στον ώμο της κυρά παραμυθούς και την ημέρα γίνεται πάλι ασάλευτο μπιμπελό πάνω στο σερβάν.
Aν τύχει και πάτε κατά' κει στον τόπο της αγάπης, μην ξεχάσετε να κοιτάξετε απ' το παραθύρι καθώς θα πέφτει το απαλό σκοτάδι· θα δείτε το «ζβουρίτζι» τοσοδούλι ανθρωπάκι να δοκιμάζει μικρά πολύχρωμα σκουφάκια που του πλέκει ηχοντρή παραμυθού...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου